Τετάρτη 6 Μαΐου 2020


ΠΥΡΟΝΟΜΩΝ ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΡΟΑΓΩΓΗΣ ΤΟΥΣ ΣΤΟΝ ΒΑΘΜΟ ΤΟΥ ΑΝΘΥΠΟΠΥΡΑΓΟΥ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΡ. 4 ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 114 ΤΟΥ Ν. 4662/2020

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
Γεωργίου Λάγου, Δικηγόρου
Για την ενημέρωση των στελεχών (Πυρονόμων) του Πυροσβεστικού Σώματος
  ΘΕΜΑ: Συμβατότητα των διατάξεων της παρ 4 του άρθρου 114 του Ν.4662/2020 (ΦΕΚ Α΄ 27/07-02-2020) με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας στο πεδίο των υπηρεσιακών μεταβολών και δη των προαγωγών των στελεχών του Πυροσβεστικού Σώματος
 Από τον Πυρονόμο του Πυροσβεστικού Σώματος κο Αναστάσιο Κωνσταντινίδη, μας ζητήθηκε να αξιολογηθεί από άποψη συνταγματικής νομιμότητας, η συμβατότητα των διατάξεων της παρ 4 του άρθρου 114 του Ν. 4662/2020 (ΦΕΚ Α΄ 27/07-02-2020), που τέθηκε σε ισχύ την 08-02-2020, με τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας καθ’ ο μέρος με αυτές παρέχεται η δυνατότητα στους Πυρονόμους, αποφοίτους της Σχολής Αρχιπυροσβεστών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας, εξαιρουμένων των τελούντων σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου, να εισαχθούν , με αίτησή τους και μόνη προϋπόθεση τη συμπλήρωση -26-  ετών συνολικής πραγματικής υπηρεσίας στο Σώμα ή -8- ετών στον βαθμό τους, στο Ειδικό Τμήμα της Σχολής Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης της Πυροσβεστικής Ακαδημίας (με σκοπό μετά την ευδόκιμη αποφοίτησή τους να ονομασθούν Ανθυποπυραγοί, εισερχόμενοι στο Σώμα των Αξιωματικών), κατά το μέρος που παραλείπονται από το ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης οι αρχαιότεροι στον βαθμό του Πυρονόμου Πυροσβέστες, που δεν συμπλήρωσαν -26- χρόνια υπηρεσίας. Συναφώς, επί διαπίστωσης παραβίασης των αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας, διερεύνηση της πιθανότητας δικαστικής αποκατάστασης των θιγομένων. Η τεχνική της γνωμοδότησης για τη δομική επεξεργασία του ζητήματος, θα ακολουθήσει τα εξής στάδια:
Α. Συνοπτική ιστορική αναφορά στο Π.Σ και την Αποστολή του, προσδιορισμός της νομικής φύσης της ιδιότητας του Πυροσβέστη και λειτουργική του ένταξη στο Σώμα των Υπαλλήλων του Δημοσίου
Β. Παράθεση των κρίσιμων κανόνων δικαίου (Συνταγματικών, τυπικών νόμων και κανονιστικών πράξεων) που αξιώνουν συνεφαρμογή, ανάλυση και ερμηνεία τους, κατά την εφαρμογή τους στην εξεταζόμενη περίπτωση
Γ. Συμπέρασμα και απάντηση στα ερωτήματα
Α. Το Π.Σ συγκροτήθηκε το 1930. Σύμφωνα με τον ιδρυτικό νόμο 4661/1930, η πυρασφάλεια, η δασοπυρόσβεση και η αγροτική ασφάλεια αποτελούν την κύρια αποστολή του Σώματος, το οποίο συμμετέχει παράλληλα στην εξασφάλιση της πολιτικής και της εθνικής άμυνας της χώρας σε συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις.
Η πολυσχιδής αποστολή του Π.Σ, όπως αυτή προέκυψε από την διάσπαρτη σχετική νομοθεσία, κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ 210/1992 και με τις διατάξεις του Ν. 4249/2014 (Άρθρα 63 επ.).
Όσον αφορά τη διάρθρωσή του, το Π.Σ αποτελείται από το Αρχηγείο που αποτελεί κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη και τις λοιπές υπηρεσίες (περιφερειακές Διοικήσεις Πυροσβεστικών Υπηρεσιών και Ειδικές Υπηρεσίες). Υπηρεσίες όπως η ΕΜΑΚ που ιδρύθηκε το 1987, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εγκλεισμού (ΔΑΕΕ) και η Υπηρεσία Εναέριων Μέσων, καταδεικνύει την ιδιαίτερη σημασία που διαδραματίζει το Π.Σ στην προστασία της ανθρώπινης ζωής και της περιουσίας των πολιτών αλλά και την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, από εγκλήματα εμπρησμού.
Για την επιτυχή εκπλήρωση της αποστολής του, το προσωπικό του Π.Σ, υπόκειται σε τακτική θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση, ενώ οι υπηρετούντες σ’ αυτό τελούν σε ειδικό εξουσιαστικό καθεστώς ιεραρχικής υπαγωγής και εξάρτησης με δομή οιονεί στρατιωτικής πειθαρχίας.
Με τις διατάξεις του Τρίτου μέρους (ΜΕΡΟΣ Γ΄) του Ν. 4662/2020, (ΦΕΚ 27 Α΄/07-02-2020) που τιτλοφορείται «Αναδιοργάνωση και εκσυγχρονισμός Υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος, επιχειρήθηκε συνολική αναμόρφωση της νομοθεσίας που αφορά το Π.Σ με την τροποποίηση παλαιότερων διατάξεων αλλά και τη θέσπιση νέων.
Στις διατάξεις 74 και 75, επαναλαμβάνονται ουσιαστικά οι αντίστοιχες ρυθμίσεις του Π.Δ 210/1992 και του Ν.4249/2014, ως προς την Αποστολή και τις αρμοδιότητες του Πυροσβεστικού Σώματος, εκ των οποίων επιβεβαιώνεται ότι για την επίτευξη των στόχων του Σώματος, απαιτείται άσκηση καθηκόντων ιδιαίτερων απαιτήσεων από τα στελέχη του Π.Σ, τα οποία για τον λόγο αυτό υπόκεινται ως προς τα ατομικά τους δικαιώματα στις απαγορεύσεις και τους περιορισμούς συνταγματικού επιπέδου, όπως η απαγόρευση συμμετοχής σε πολιτικά κόμματα και η απεργία και οι οποίοι περιορισμοί σε συνδυασμό με τις ειδικές συνθήκες εργασίας τους, επιβάλλουν στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να τηρεί διαχρονικά την εκ του Συντάγματος απορρέουσα υποχρέωση της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης για το ένστολο προσωπικό του Π.Σ. Ήδη από 01-01-2017, στα στελέχη του Π.Σ αμείβονται με τις «ειδικές» μισθολογικές διατάξεις του Ν. 447/2017 (ειδικό μισθολόγιο) και όχι με τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, με τις οποίες αμείβονται οι λοιποί πολιτικοί διοικητικοί υπάλληλοι του Δημοσίου.
Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 74 του Ν. 4662/2020, επανακαθορίζεται  η αποστολή του Π.Σ και επαναπροσδιορίζεται η νομική του υπόσταση. Σύμφωνα με αυτές:
Το Πυροσβεστικό Σώμα (Π.Σ) είναι ιδιαίτερο Σώμα Ασφαλείας, το οποίο διοικείται από τον Αρχηγό του και συνιστά επιχειρησιακή δομή υπαγόμενη στη Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, με αρμοδιότητα που εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια  εκτός από τους χώρους για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα άλλων υπηρεσιών και έχει ως αποστολή:
α. Την ασφάλεια και προστασία της ζωής και περιουσίας των πολιτών και του Κράτους, του φυσικού περιβάλλοντος και, ιδίως του δασικού πλούτου της χώρας από κινδύνους φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών και λοιπών απειλών.
Β. Την ευθύνη και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της αντιμετώπισης των πυρκαγιών και των πλημμυρών, καθώς και την παροχή συνδρομής για τη διάσωση των ατόμων και των υλικών αγαθών που απειλούνται από αυτές. Ως «επιχειρησιακός σχεδιασμός» νοείται η οργάνωση, η διαχείριση και ο συντονισμός όλων των εμπλεκόμενων δυνάμεων και μέσων πυρόσβεσης και διάσωσης, συμπεριλαμβανομένου και του εξοπλισμού αυτών.
Ο «επιχειρησιακός σχεδιασμός» περιλαμβάνει ενέργειες που εξασφαλίζουν τον έγκαιρο εντοπισμό, την αναγγελία και επέμβαση, ώστε να επιτυγχάνεται η άμεση και αποτελεσματική αντιμετώπιση όχι μόνο των πυρκαγιών και των κινδύνων που απορρέουν από αυτές, αλλά και κάθε κινδύνου από φυσικές και τεχνολογικές καταστροφές.
γ. Την ευθύνη για τη διεξαγωγή τω ν πυροσβεστικών διασωστικών επιχειρήσεων της Πολιτικής Προστασίας της χώρας.
2. Το Πυροσβεστικό Σώμα στο πλαίσιο της αποστολής του, συμμετέχει στην αντιμετώπιση κάθε έκτακτης ανάγκης που ανακύπτει σε περίοδο ειρήνης ή πολέμου, και σε συνεργασία με τις συναρμόδιες αρχές και υπηρεσίες, συμβάλλει στην εξασφάλιση της πολιτικής προστασίας και της πολιτικής άμυνας της χώρας.
Στο σημείο αυτό, ενόψει όσων αναφέρθηκαν, είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί η υπαλληλική κατηγορία στην οποία υπάγονται τα στελέχη του Π.Σ. Οι τακτικοί υπάλληλοι και λειτουργοί του Δημοσίου διακρίνονται σε πολιτικούς και στρατιωτικούς.
Στους στρατιωτικούς υπαλλήλους εντάσσονται τα στρατιωτικά οργανωμένα όργανα των Ενόπλων Δυνάμεων του Λιμενικού Σώματος και των Σωμάτων Ασφαλείας. Με βάση όσα αναφέρθηκαν αξιοσημείωτο είναι ότι, αν και το Πυροσβεστικό Σώμα ανήκει στα Σώματα Ασφαλείας, το Πυροσβεστικό προσωπικό, όπως ρητά ορίζει το άρθρο 76 παρ 3 του Ν.4662/2020 (αντίστοιχο το καταργηθέν άρθρο 63 του Ν. 4249/2014), είναι μόνιμοι δημόσιοι πολιτικοί υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 103 παρ 3 και 4 του Συντάγματος απολαύοντες της μονιμότητας (ΣτΕ 2154/2016, 1473/2015 κ.α). Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ 2 του Ν. 3528/2007, (Υπαλληλικός Κώδικας), υπάγονται στις ειδικές νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν γι’ αυτούς και μόνο για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από τις ειδικές αυτές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα. Λόγου χάρη, προκειμένου περί πειθαρχικών παραπτωμάτων, οι ανήκοντες στο Π.Σ υπάγονται στις ειδικές περί  πειθαρχικού δικαίου του Πυροσβεστικού Προσωπικού διατάξεις του Π.Δ 210/1992, που έχει εκδοθεί κατά νομοθετική εξουσιοδότηση από τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ 3 του Ν. 1481/1984 και όχι στις αντίστοιχες του Υπαλληλικού Κώδικα. Ήδη με τις διατάξεις του άρθρου 169 του Ν. 4462/2020, παρέχεται στον ΠτΔ νομοθετική εξουσιοδότηση να ρυθμίσει με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη θέματα πειθαρχικού δικαίου και αδειών του προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος.
Συμπερασματικά η πρόσφορη εκπλήρωση της σημαντικής και επίπονης αποστολής του Π.Σ, προϋποθέτει, μέσω μιας οιονεί στρατιωτικής πειθαρχίας και δομής, νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο αυστηρής ιεραρχικής εξάρτησης και υπαγωγής με βασικό πυλώνα της υπηρεσιακής και βαθμολογικής εξέλιξης των στελεχών τη θέσπιση αξιολογικών και αξιοκρατικών κριτηρίων, καθόσον με τον τρόπο αυτό, εμπεδώνεται μεταξύ των στελεχών κλίμα εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης που συμβάλλει στην διαρκή βελτίωση της απόδοσής τους.
Β. Όπως ήδη αναφέρθηκε στην παρ 3 του άρθρου 76 του Ν. 4662/2020 ορίζεται ότι: «Το Πυροσβεστικό Προσωπικό είναι ένστολοι, μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι, έχουν ιδιαίτερη ιεραρχία και κανόνες πειθαρχίας και είναι εφοδιασμένοι με ειδικό δελτίο ταυτότητας, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα ασφαλείας. Διέπεται από ειδικούς νόμους και κανονισμούς και μόνο για όποια θέματα δεν ρυθμίζονται από αυτούς, εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει για τους πολιτικούς δημοσίους υπαλλήλους.
Η διάταξη του άρθρου 103 παρ 4 Συντ. εδ. β΄ που προβλέπει τη μισθολογική εξέλιξη και τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, σε συνδυασμό ερμηνευόμενη με εκείνη της παρ 5, όπου αναφέρεται στην «υπαλληλική ιεραρχία», επιτάσσει τον κοινό νομοθέτη να θεσπίσει κανόνες που θα προβλέπουν την εξέλιξη του υπαλλήλου στους διαδοχικούς βαθμούς ή τα κλιμάκια της ιεραρχίας του κλάδου του με προαγωγή από τον βαθμό ή το κλιμάκιο που κάθε φορά έχει στον ανώτερο βαθμό ή κλιμάκιο της ίδιας κατηγορίας. Δηλαδή επιτάσσει τη θεσμοθέτηση ενός συστήματος προαγωγών (ΚΕΝΤΡΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ/ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΤ’ ΑΡΘΡΟ ΕΡΜΗΝΕΙΑ/ ΕΚΔ ΣΑΚΚΟΥΛΑ/ 2017, σελ. 1674-1675).
Επισημαίνεται ότι τα «βασικά» συστήματα προαγωγής είναι δύο (Σπηλιωτόπουλος/Χρυσανθάκης 2013, αρ. περ.118): α) «κατ’ εκλογή», ή β) «κατ’ αρχαιότητα». Προσαρμογή του πρώτου συστήματος είναι το σύστημα της «κατ’ απόλυτη εκλογή» προαγωγής, σύμφωνα με το οποίο οι υπάλληλοι που έχουν ορισμένα προσόντα σε εξαίρετο βαθμό προάγονται κατά προτίμηση από τους άλλους.
Περαιτέρω στο άρθρο 112 του Ν. 4662/2020 «Αρχές Συστήματος Αξιολόγησης Διάκριση και έννοια προς προαγωγή προσόντων ορίζεται ότι: «1. Τα προς προαγωγή προσόντα του προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος διακρίνονται σε τυπικά, γενικά και ειδικά, και ουσιαστικά.
Τα τυπικά προς προαγωγή προσόντα προσδιορίζουν τις τυπικές προϋποθέσεις άνευ συνδρομής των οποίων δεν είναι δυνατή η προαγωγή των στελεχών του Π.Σ.
Τα ουσιαστικά προς προαγωγή προσόντα προσδιορίζουν την εν γένει ικανότητα των στελεχών του Π.Σ για την άσκηση των καθηκόντων του βαθμού τους και την περαιτέρω εξέλιξή τους, συνάγονται δε από τις Εκθέσεις Αξιολόγησης και τα λοιπά έγγραφα στοιχεία των ατομικών φακέλων τους. «2. Τα τυπικά και ουσιαστικά προς προαγωγή προσόντα αξιολογούνται με σύστημα αξιολόγησης, το οποίο διέπεται από τις αρχές της αμεροληψίας και της αξιοκρατίας, με βάση την επαγγελματική ικανότητα των στελεχών και την αποδοτικότητά τους.
Στο άρθρο 126 του ιδίου νόμου, που αναφέρεται στις κρίσεις Αξιωματικών ορίζεται ότι… «2. Προακτέοι κατ’ εκλογή κρίνονται Αξιωματικοί από τον βαθμό του Ανθυποπυραγού μέχρι και του Πυραγού, με γενικό χαρακτηρισμό αξιολόγησης απόδοσης τουλάχιστον «αποτελεσματική»  «3. Προακτέοι κατ’ αρχαιότητα κρίνονται οι Αξιωματικοί από τον βαθμό του Ανθυποπυραγού μέχρι και του Πυραγού, με γενικό χαρακτηρισμό αξιολόγησης απόδοσης, «αποδεκτή».
Στο άρθρο 143 του νόμου αυτού «Προσφυγή ενδιαφερομένων στο Δευτεροβάθμιο Συμβούλιο Κρίσεων» ορίζεται ότι «1……… «2. Δυσμενώς κριθέντες, για την περίπτωση αυτή, θεωρούνται όσοι:
α) Κρίνονται προακτέοι κατ’ αρχαιότητα, β)…… γ)……δ)……ε)……
Εξάλλου, στο άρθρο 93 του νόμου (4662/2020), «Ιεραρχία Αξιωματικών, Πυρονόμων και Υπαξιωματικών» ορίζεται ότι: «1. Ο όρος ιεραρχία περιλαμβάνει και προσδιορίζει την ιεραρχία των βαθμών , την ιεραρχία των καθηκόντων και την ιεραρχία των κατηγοριών Αξιωματικών, Πυρονόμων και Υπαξιωματικών του Π.Σ. «2. Τα στελέχη του Πυροσβεστικού Προσωπικού, ανάλογα με τη θέση τους στην ιεραρχία των βαθμών, έχουν μεταξύ τους την ιδιότητα του ανώτερου ή κατώτερου. «3. Οι ομοιόβαθμοι Αξιωματικοί, Πυρονόμοι Υπαξιωματικοί και Πυροσβέστες έχουν μεταξύ τους, ανάλογα με την αρχαιότητά τους και την κατηγορία στην οποία ανήκουν, την ιδιότητα του αρχαιότερου ή του νεότερου. Εάν αυτοί συνδέονται με σχέση ιεραρχικής υπαγωγής ή εξάρτησης, η αρχαιότητα έχει την ίδια ισχύ που έχει και η διαφορά του βαθμού».
Επιπλέον στο άρθρο 95 «Αρχαιότητα Πυρονόμων, Υπαξιωματικών και Πυροσβεστών ορίζεται: «1. Οι Πυρονόμοι αποτελούν ενδιάμεση βαθμίδα προσωπικού μεταξύ Αξιωματικών και Υπαξιωματικών» «2……» «3. Η αρχαιότητα κάθε βαθμού των Πυρονόμων και Υπαξιωματικών Πυροσβεστικού Σώματος προσδιορίζεται από τον χρόνο κτήσης του βαθμού. Ως ημερομηνία κτήσης λογίζεται η ημερομηνία υπογραφής της πράξης ονομασίας ή προαγωγής στον βαθμό επί αναδρομικής προαγωγής, η καθοριζόμενη στην πράξη αυτή ημερομηνία. Στην περίπτωση ταυτόχρονης προαγωγής ομοιοβάθμων, η αρχαιότητα προσδιορίζεται από εκείνη του αμέσως προηγούμενου βαθμού». «4. Η αρχαιότητα που αποκτούν οι Πυρονόμοι και Υπαξιωματικοί, διατηρείται σε όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, εκτός αν επέλθουν μεταβολές λόγω:
α) κρίσης τους ως παραμενόντων στον αυτό βαθμό ένεκεν επιβολής ανώτερης πειθαρχικής ποινής ή
β) προαγωγής επ’ ανδραγαθία». «5. Ανεξάρτητα από τον χρόνο κτήσης του βαθμού, οι Πυρονόμοι, Αρχιπυροσβέστες και Υπαρχιπυροσβέστες παραγωγικής σχολής λογίζονται αρχαιότεροι από τους ομοιόβαθμούς τους, μη παραγωγικής σχολής.
Από τη διάταξη αυτή ερμηνευόμενη σε συνδυασμό με την αντίστοιχη του άρθρου 130 της παρ 1 του Ν. 4662/2020, συνάγεται ότι η μεταχείριση των Πυρονόμων από τον νομοθέτη προσεγγίζει αναλογικά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό το πλαίσιο που αφορά  τους Αξιωματικούς, παρά το αντίστοιχο που διέπει και αναφέρεται στην υπηρεσιακή κατάσταση Πυροσβεστών και Υπαξιωματικών. Σαφής προς τούτο ένδειξη αποτελούν οι διατάξεις της παρ 1 του άρθρου 130 του Ν.4662/2020, στις οποίες έγινε αναφορά ανωτέρω, σύμφωνα με τις οποίες το Κατώτερο Συμβούλιο Κρίσεων είναι αρμόδιο για τις κρίσεις και τη χορήγηση εκπαιδευτικής άδειας σε κατώτερους Αξιωματικούς του Π.Σ και Πυρονόμους. 
Eξάλλου στην παρ 1 του άρθρου 114, «Βαθμολογική εξέλιξη Πυρονόμων, Υπαξιωματικών και Πυροσβεστών» ορίζεται ότι «τυπικό προς προαγωγή προσόν των Πυρονόμων, Υπαξιωματικών και Πυροσβεστών είναι ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας, προ της συμπληρώσεως του οποίου δεν επιτρέπεται η προαγωγή τους. Για παράδειγμα, στην περ γ΄ της παρ 1 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι: « Οι Αρχιπυροσβέστες προάγονται στον βαθμό του Πυρονόμου, εφόσον συμπληρώσουν ή διαθέτουν, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος (ν. 4662/2020), είκοσι έξι (26) έτη συνολικής υπηρεσίας, κ.ο.κ.
Ωστόσο, στο εδ. β΄ της παρ 2 του άρθρου 114 παρατηρείται κάμψη του κριτηρίου της συνολικής υπηρεσίας στο σώμα, ως του απαραίτητου τυπικού προσόντος για την προαγωγή Αρχιπυροσβέστη στον βαθμό του Πυρονόμου, καθόσον στην τελευταία αυτή διάταξη ορίζεται ότι οι «Αρχιπυροσβέστες παραγωγικής Σχολής προάγονται στον βαθμό του Πυρονόμου, εφόσον συμπληρώσουν έξι (6) έτη παραμονής στον βαθμό τους, εφόσον κριθούν προακτέοι από το αρμόδιο Συμβούλιο Κρίσεων». Παρατηρείται δηλαδή, ότι διαφοροποιημένου του κριτηρίου της προέλευσης των Αρχιπυροσβεστών Π.Σ (από μη παραγωγική σε παραγωγική σχολή Πυροσβεστικής Ακαδημίας), διαφοροποιείται και το κριτήριο του χρόνου υπηρεσίας ως τυπικού προσόντος προαγωγής, υπό την έννοια ότι αναζητείται όχι ο χρόνος συνολικής υπηρεσίας τους στο σώμα, αλλά ο χρόνος υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό του Αρχιπυροσβέστη. Περαιτέρω για τους προερχόμενους από παραγωγική Σχολή Αρχιπυροσβέστες τίθεται και μία πρόσθετη προϋπόθεση για την προαγωγή τους στον βαθμό του Πυρονόμου, αυτή της κρίσης τους ως προακτέων από το αρμόδιο Συμβούλιο Κρίσεων, το οποίο σε ότι αφορά τις κρίσεις των Πυρονόμων, είναι το Κατώτερο Συμβούλιο Κρίσεων του Πυροσβεστικού Σώματος, σύμφωνα με την περ β΄ της παρ 1 του άρθρου 130 του Ν. 4662/2020. Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή μεσολαβεί κρίση και των ουσιαστικών προσόντων των Αρχιπυροσβεστών Παραγωγικής Σχολής, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 112 του Ν. 4662/2020, κατά τα προαναφερθέντα, προκειμένου αυτοί να κριθούν προακτέοι στον βαθμό του Πυρονόμου. Ενόψει δε του ότι οι προερχόμενοι από τις παραγωγικές Σχολές της Πυροσβεστικής Ακαδημίας Πυρονόμοι, είναι πάντοτε αρχαιότεροι των ομοιοβάθμων τους με προέλευση από τις μη παραγωγικές Σχολές (άρθρο 95 παρ 5) είναι σαφής η πρόθεση του νομοθέτη για κλιμάκωση και αυστηροποίηση των κριτηρίων προαγωγής τους στον βαθμό του Πυρονόμου. Και τούτο διότι στους κατ’ αυτόν τον τρόπο προαγομένους στον βαθμό του Πυρονόμου Αρχιπυροσβέστες Παραγωγικής Σχολής, παρέχεται η δυνατότητα εισόδου στο σώμα των Αξιωματικών του Π.Σ. Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 39 παρ 20 α και 114 παρ3 συνάγεται ότι Πυρονόμοι απόφοιτοι της Σχολής Αρχιπυροσβεστών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας, δύνανται, εφόσον έχουν συμπληρώσει τρία (3) έτη στον βαθμό του Πυρονόμου, να εισαχθούν κατόπιν εξετάσεων στη Σχολή Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης της Πυροσβεστικής Ακαδημίας και να εξελιχθούν μέχρι τον βαθμό του Αντιπυράρχου, Ανώτερου δηλαδή Αξιωματικού (άρθρο 96 παρ 1), για κάλυψη οργανικών θέσεων, εντασσόμενοι στο πεδίο εφαρμογής των περί Αξιωματικών διατάξεων.
Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 39 παρ 20 περ β΄ και 114 παρ 4, που αποτελεί και την κρίσιμη υπό εξέταση ρύθμιση, συνάγεται ότι οι Πυρονόμοι, απόφοιτοι της Σχολής Αρχιπυροσβεστών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας, εξαιρουμένων των ευρισκομένων σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου, δύνανται με αίτησή τους άπαξ έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους συμπλήρωσης είκοσι έξι (26) ετών υπηρεσίας στο Πυροσβεστικό Σώμα ή οκτώ (8) ετών στον βαθμό τους να εισαχθούν σε Ειδικό Τμήμα της Σχολής Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης της Πυροσβεστικής Ακαδημίας. Μετά την ευδόκιμη αποφοίτησή τους και κατόπιν εξετάσεων, τους απονέμεται ο βαθμός του Ανθυποπυραγού και αντίστοιχα δίπλωμα επαγγελματικής επάρκειας Ανθυποπυραγού, εντασσόμενοι τοιουτοτρόπως στο πεδίο εφαρμογής των περί Αξιωματικών διατάξεων.
Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, παρέχεται η δυνατότητα στους Πυρονόμους, που προέρχονται από την Παραγωγική Σχολή των Αρχιπυροσβεστών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας να εισαχθούν σε ειδικό Τμήμα της Σχολής Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης ανεξαρτήτως, εάν έχουν διανύσει έστω και μία ημέρα υπηρεσίας στον βαθμό αυτό (Πυρονόμου), ανεξαρτήτως, εάν έχουν προαχθεί στον βαθμό του Πυρονόμου κατ’ αρχαιότητα (που συνιστά δυσμενή κρίση), καθόσον σύμφωνα με το εδ. β΄ της παρ 2 του άρθρου 114 του Ν. 4662/2020, για την προαγωγή των Αρχιπυροσβεστών Παραγωγικής Σχολής στον βαθμό του Πυρονόμου, αρκεί, όπως ήδη αναφέρθηκε, πέραν της συμπλήρωσης έξι (6) ετών υπηρεσίας στον βαθμό του Πυρονόμου, η κρίση τους από το Κατώτερο Συμβούλιο Κρίσεων, ως προακτέων, χωρίς περαιτέρω να τίθεται ως προϋπόθεση η «κατ’ εκλογή» προαγωγή των στελεχών αυτών. Ως μόνη προϋπόθεση τίθεται από τον νομοθέτη είτε η συμπλήρωση -26- ετών συνολικής υπηρεσίας στο Π.Σ είτε η συμπλήρωση οκτώ (8) ετών, στον βαθμό του Πυρονόμου. Συναφώς, επί των τυπικών αυτών κριτηρίων προαγωγής, διαζευκτικώς τεθέντων, στην περίπτωση της εισαγωγής στο Ειδικό Τμήμα της Σχολής Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης Πυρονόμων αποφοίτων της παραγωγικής Σχολής Αρχιπυροσβεστών, με τη συμπλήρωση είκοσι έξι (26) ετών υπηρεσίας, τίθεται ζήτημα εάν και σε ποιο βαθμό, παραβιάζονται οι συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, σε βάρος των Πυρονόμων αποφοίτων της Σχολής Αρχιπυροσβεστών, οι οποίοι, ναι μεν δεν έχουν συμπληρώσει -26- χρόνια συνολικής υπηρεσίας στο Π.Σ, ωστόσο: α) είναι αρχαιότεροι στον βαθμό του Πυρονόμου των συναδέλφων τους, είτε επειδή αποφοίτησαν από τη Σχολή Αρχιπυροσβεστών σε προηγούμενο εκπαιδευτικό έτος είτε με καλύτερη σειρά επιτυχίας λόγω επιδόσεων β) προάγονται στον βαθμό του Πυρονόμου «κατ’ εκλογή», έναντι συναδέλφων τους, που πιθανόν προάγονται κατ’ αρχαιότητα και γ) έχουν διανύσει κατά το μάλλον ή ήττον περισσότερο χρόνο υπηρεσίας στον βαθμό του Πυρονόμου.
Όπως έχει κριθεί (ΣτΕ Ολ.711/2017, 380/2016 κ.α.), οι αρχές της ισότητας, της σταδιοδρομίας και της ίσης πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις, τις οποίες καθιερώνει το άρθρο 4 παρ 1 και 4 του Συντάγματος και καταλαμβάνουν όχι μόνο τις διαδικασίες εισόδου στο υπαλληλικό σώμα αλλά και τις αντίστοιχες της περαιτέρω υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαλλήλων, αποτελούν συνταγματικό κανόνα που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και ειδικότερα τόσο τον κοινό νομοθέτη, κατά την ενάσκηση της νομοθετικής λειτουργίας όσο και τη Διοίκηση, όταν θεσπίζει κατά νομοθετική εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση. Η παραβίαση των συνταγματικών αυτών αρχών ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του Κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, που είναι έλεγχος ορίων και όχι της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη ή την κατ’ εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση η ευχέρεια να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψιν τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως.
Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν τόσο την έκδηλα άνιση μεταχείριση, με τη μορφή της εισαγωγής καθαρά χαριστικού μέτρου μη συνδεόμενου προς αξιοκρατικά κριτήρια ή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (ΣτΕ 1205/2015, Ολ. 986-988/2014 κ.α.). Περαιτέρω, η αρχή της αξιοκρατίας, η οποία απορρέει από το άρθρο 5 παρ 1 του Συντάγματος, υπαγορεύει όπως η πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις και αξιώματα γίνεται με κριτήρια που συνάπτονται με την προσωπική αξία και ικανότητα των ενδιαφερομένων για την κατάληψή τους. Και μπορεί μεν σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, κατά την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις ή τις διαδικασίες υπηρεσιακής εξέλιξης των υπαλλήλων, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (ΣτΕ Ολ. 959/2015). Στο πεδίο των υπηρεσιακών μεταβολών και δη των προαγωγών κρίθηκε συναφώς, ότι η αρχή της ισότητας δεν εμποδίζει, κατ’ αρχάς, τη νομοθετική λειτουργία, να μεταβάλει επί το δυσμενέστερον για ορισμένη κατηγορία, τις προϋποθέσεις της προαγωγικής εξέλιξης των υπαλλήλων, αρκεί τα θεσπιζόμενα κριτήρια να είναι γενικά αντικειμενικά και απρόσωπα και όχι προδήλως απρόσφορα για την ικανοποίηση του σκοπού της νέας ρύθμισης (ΣτΕ 574/2001). Παραβιάζει όμως την αρχή της ισότητας η διάταξη με την οποία ορίστηκε ότι η σειρά αρχαιότητας για την προαγωγή εκπαιδευτικών λειτουργιών, προσδιορίζεται από τη σειρά του αρχικού διορισμού στη θέση του μόνιμου εκπαιδευτικού της δημόσιας εκπαίδευσης και όχι από τον πλεονάζοντα χρόνο υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό (ΣτΕ 1661/1980, ΣτΕ 3074/1983).
Μάλιστα με το άρθρο 83 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 παρ 3 του Ν. 4369/2016 (Α΄33), στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού της Δημόσιας Διοίκησης, ορίζονται τα συστήματα βαθμολογικών προαγωγών των υπαλλήλων. Σύμφωνα με την παρ 1, οι προαγωγές γίνονται ύστερα από απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Τα κριτήρια για την προαγωγή των υπαλλήλων είναι αφενός να έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο στον βαθμό που κατέχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 82 Υ.Κ και, αφετέρου να έχουν σε υψηλό επίπεδο τα ουσιαστικά μέτρα που αναφέρονται στις εκθέσεις αξιολόγησής τους. Καθιερώνεται επομένως ένας συνδυασμός κριτηρίων, της αρχαιότητας, δηλαδή του χρόνου υπηρεσίας που έχει διανύσει ο υπάλληλος στον κατεχόμενο βαθμό και των στοιχείων της αξιολόγησής του, δηλαδή της ουσιαστικής απόδοσής του στην υπηρεσία. Η επιλογή αυτή καταδεικνύει την πρόθεση του νομοθέτη, με τα πλέον πρόσφορα αξιολογικά και αξιοκρατικά κριτήρια, να προαγάγει βαθμολογικά τους ικανότερους και καταλληλότερους υπαλλήλους για την άσκηση των κατά τεκμήριο δυσκολότερων καθηκόντων του επόμενου, από τον κατεχόμενο, βαθμού.
Το άρθρο όμως αυτό του Υπαλληλικού Κώδικα, δεν εφαρμόζεται επί του Προσωπικού της Πυροσβεστικής, καθόσον ο νομοθέτης με τις διατάξεις του Ν. 4662/2020 θέσπισε ειδικές ρυθμίσεις για την προαγωγή της κατηγορίας αυτής του προσωπικού, όπως τις επίμαχες του άρθρου 114 για τους Πυρονόμους.
Επειδή περαιτέρω, όπως αναφέρει ο Πάρεδρος ΣτΕ Δημήτριος Τομαράς [Η αρχή της αξιοκρατίας στην νομολογία του ΣτΕ, Θεωρία και Πράξη του Δημοσίου και Διοικητικού Δικαίου (ΘΠΔΔ), 6/2017 σελ. 518 επ.] η υπηρεσιακή επετηρίδα εθεωρείτο η ασπίδα του δημοσίου υπαλλήλου έναντι του κομματισμού. Ωστόσο στη σύγχρονη πραγματικότητα αμφισβητείται εντόνως η αυθεντία της, αφού η αρχή της αξιοκρατίας επιβάλλει όχι μόνο τον διορισμό, αλλά και την προαγωγή εκείνων που διαθέτουν τα περισσότερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ώστε να διασφαλίζεται η βέλτιστη δυνατή λειτουργία του δημόσιου τομέα. Εξυπακούεται δε, ότι η απαίτηση αυτή προσβάλλει ακόμη εντονότερα κατά την  προαγωγική εξέλιξη των στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας, συνεπώς και του Π.Σ, εκ της μείζονος σημασίας αποστολής την οποία καλείται αυτό να εκλπηρώσει ως Ιδιαίτερο Σώμα Ασφαλείας (άρθρο 74 Ν. 4662/2020). Δεν αποκλείεται ωστόσο η τήρηση της υπηρεσιακής επετηρίδας κατά την προαγωγική εξέλιξη, να καλύπτει τις απαιτήσεις για σύγχρονη και αποτελεσματική εν προκειμένω λειτουργία του Π.Σ στον βαθμό που αυτή (επετηρίδα) είναι διαρθρωμένη και οργανωμένη με αξιολογικά  κριτήρια, τα οποία λαμβάνουν υπόψη τα προσόντα των στελεχών, ιδιαίτερα τα ουσιαστικά και γενικότερα η Επετηρίδα οικοδομείται σε κριτήρια συμβατά με τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας. Τούτο αναμφισβήτητα ισχύει όταν για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό (Ανθυποπυραγού) προαγωγικών εξετάσεων γραπτής δοκιμασίας, στο επίπεδο  του προηγούμενου βαθμού (Αρχιπυροσβέστη Παραγωγικής Σχολής).
Την επετηρίδα ως ασπίδα προστασίας του υπαλλήλου κατά του κομματισμού αναγόρευσαν οι παθογένειες του Ελληνικού Πολιτικού συστήματος. Η παραβίασή της (επετηρίδος) εθεωρείτο εκδήλωση ευνοιοκρατίας των εκάστοτε κρατούντων προς συγκεκριμένα πρόσωπα (Δημήτριος Τομαράς Πάρεδρος ΣτΕ ΘΠΔΔ 6/2014, 520). Στη νομολογία του ΣτΕ πρώτη ρητή αναφορά, στην αρχή της αξιοκρατίας έστω ως έκφανσης της αρχής της ισότητας γίνεται στην υπ’ αριθμ. 1661/1980 απόφαση. Με την απόφαση αυτή, το ΣτΕ έκρινε την συνταγματικότητα διατάξεων του Ν. 567/77, δια των οποίων η σειρά αρχαιότητας των ανώτερων βαθμών καθηγητών μέσης εκπαίδευσης καθοριζόταν από την σειρά του αρχικού διορισμού τους και όχι από τον πλεονάζοντα χρόνο υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό.
Η ρύθμιση αυτή προέκυψε ώστε να μην ληφθούν υπόψη αλλαγές στην επετηρίδα των εκπαιδευτικών οι οποίες είχαν λάβει χώρα επί δικτατορίας. Και τούτο διότι οι συνταχθείσες κατά την διάρκεια της δικτατορίας εκθέσεις ουσιαστικών προσόντων υπηρετούντων εκπαιδευτικών, είχαν μεταβάλει την υπηρεσιακή επετηρίδα. Για τον λόγο αυτό ο νομοθέτης με την διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 61 του Ν. 309/76, έδινε την δυνατότητα στο αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο να παρακάμψει τις εκθέσεις αξιολόγησης και να μην τις λάβει υπόψη στην περίπτωση που αυτές αποδεδειγμένα ήταν προϊόντα πολιτικών  κριτηρίων ή ενεφάνιζαν αδικαιολόγητα, μείωση της βαθμολογίας των προσόντων του ήθους, έναντι προηγούμενων ή επόμενων εκθέσεων. Επειδή ωστόσο οι θιγόμενοι δεν ικανοποιήθηκαν από την ρύθμιση, ο ιστορικός νομοθέτης επανήλθε με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν. 567/1977 ορίζοντας ότι η σειρά αρχαιότητας προσδιορίζεται όχι εκ του πλεονάζοντος χρόνου υπηρεσίας στον οικείο βαθμό, αλλά εκ της προκύπτουσας εκ του οικείου ΦΕΚ, σειράς του αρχικού διορισμού εκάστου.
Η διάταξη αυτή κρίθηκε αντίθετη με την αρχή της ισότητας και της αξιοκρατίας, διότι στην προσπάθειά της να άρει τις αδικίες αυτές, δημιούργησε μεγαλύτερες, αφού με το συμπτωματικό και παρωχημένο κριτήριο του αρχικού διορισμού, προέτασσε υπαλλήλους έχοντες μικρότερο χρόνο υπηρεσίας στον κατεχόμενο από αυτούς (προσφεύγοντες) βαθμό ή άλλους μη έχοντες εικόνα ευδοκίμου υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό ή μη προαχθέντες  πάντοτε κατ’ εκλογήν, όπως ακριβώς συμβαίνει με τις επίδικες ρυθμίσεις των διατάξεων της παρ 4 του άρθρου 114 του Ν. 4662/2020. Τούτο διότι με βάση το τυπικό και παρωχημένο κριτήριο της συνολικής υπηρεσίας στο σώμα (26 έτη) και άρα της αρχικής κατάταξης, προτάσσονται Πυρονόμοι με μικρότερο χρόνο υπηρεσίας στον βαθμό αυτό, συνεπώς νεότεροι των παραλειφθέντων (άρθρο 95 του Ν. 4662/2020), οι οποίοι ενδεχομένως μάλιστα να προήχθησαν στον βαθμό του Πυρονόμου, κατ’ αρχαιότητα και όχι κατ’ εκλογή.
Περαιτέρω, επί προσφυγών Αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος, έχει κριθεί ότι το αρμόδιο Συμβούλιο οφείλει να αιτιολογεί ειδικώς την παράλειψη αρχαιότερου Αξιωματικού με αναφορά σε συγκεκριμένα στοιχεία του ατομικού φακέλου, από τα οποία να προκύπτει κατά την ουσιαστική εκτίμηση αυτού, η μη κτήση σε απόλυτο βαθμό ενός ή περισσοτέρων ουσιαστικών προσόντων που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων των ανωτέρων βαθμών (ΣτΕ 1924/2006, 3306/2008). Επί προαγωγών δηλαδή νεοτέρων στον κατεχόμενο βαθμό Αξιωματικών του Πυροσβεστικού Σώματος, χωρίς ταυτόχρονη προαγωγή των αρχαιοτέρων αντίστοιχων, όφειλε το αρμόδιο όργανο να αιτιολογήσει την παράλειψη των τελευταίων σε συγκεκριμένα στοιχεία που κατά την κυριαρχική του εκτίμηση καθιστούσαν τον αρχαιότερο μη ικανό στην άσκηση καθηκόντων του ανωτέρου βαθμού.
Το σύνολο των νομικών κανόνων και κανονιστικών ρυθμίσεων, που αφορούν το σύστημα βαθμολογικών προαγωγών των στελεχών του Π.Σ, πλην της επίμαχης ρύθμισης του άρθρου 114 παρ 4 του Ν. 4662/2020, αλλά και η διαμορφωθείσα νομολογία με άξονα την αυστηρή ιεραρχική δομή και διάρθρωση του Π.Σ., αποσκοπούν, η διαμορφωθείσα με αξιοκρατικά κριτήρια, αντιπροσωπευτικότερο των οποίων είναι οι προαγωγικές εξετάσεις (γραπτός διαγωνισμός) και ο χρόνος υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό, ιεραρχική σχέση και υπαγωγή μεταξύ διοικούντων και διοικούμενων, Προϊσταμένων και Υφισταμένων, κατωτέρων και κατά βαθμό ανωτέρων, είτε να μην ανατρέπεται, είτε η ανατροπή της να οφείλεται σε εξαιρετικούς λόγους, όπως η αδυναμία των αρχαιότερων να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις για την άσκηση των καθηκόντων του επόμενου βαθμού, η οποία (αδυναμία) προκύπτει από την αξιολόγηση των ουσιαστικών τους προσόντων. Υπενθυμίζεται, ότι σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ 3  του Ν. 4662/2020  η μεταξύ των ομοιόβαθμων Πυρονόμων αρχαιότητα στις υπηρεσιακές σχέσεις εξομοιούται με διαφορά βαθμού.
Τούτο σημαίνει ότι ο επί σειρά ετών αρχαιότερος στον βαθμό του Πυρονόμου στον οποίο όφειλε υπακοή, ο ομοιόβαθμος μεν, νεότερος και κατώτερός του ωστόσο κατά βαθμό, σύμφωνα με τα παραπάνω, αιφνιδίως και «βιαίως» λόγω συμπλήρωσης από τον δεύτερο -26- ετών συνολικής υπηρεσίας στο Σώμα καθίσταται από αρχαιότερος, νεότερος αυτού. Από διατάσσων, διατασσόμενος. Από ανώτερος, κατώτερος. Από προϊστάμενος, υφιστάμενος.
Τούτων δοθέντων, ενόψει του ότι μέχρι την επίδικη ρύθμιση των διατάξεων της παρ 4 του άρθρου 114 του Ν.4662/2020, η ιεραρχική υπαγωγή και σχέση μεταξύ των ομοιόβαθμων Πυρονόμων οφείλεται στην ταχύτερη (προαγωγική) εξέλιξη των αρχαιότερων εξ’ αυτών στη βάση προαγωγικών εξετάσεων γραπτής δοκιμασίας, για τον βαθμό του Αρχιπυροσβέστη Παραγωγικής Σχολής, η κατά τα ανωτέρω ανατροπή της ιεραρχικής αυτής υπαγωγής και εξάρτησης με τις δυσμενείς συνέπειες που αναμένεται να εκδηλωθούν και να επηρεάσουν αρνητικά την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του Π.Σ, με μόνη προϋπόθεση το συμπτωματικό παρωχημένο και τυπικό κριτήριο του συνολικού χρόνου υπηρεσίας στο Σώμα αντίκειται στις αρχές της ισότητας και αξιοκρατίας. Εν προκειμένω δε, η αντίθεση της επίμαχης ρύθμισης (άρθρο 114 παρ 4 Ν.4662/2020), στις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας προβάλλει με ιδιαίτερη κανονιστική ένταση. Τούτο διότι, απροϋπόθετα και αδιαφοροποίητα, πέραν του τυπικού κριτηρίου της συνολικής υπηρεσίας, προτάσσει τους νεότερους στον βαθμό του Πυρονόμου σε βάρος των αρχαιότερων, ακόμη κι αν οι πρώτοι έχουν προαχθεί στον βαθμό αυτό κατ’ αρχαιότητα, ενώ οι αρχαιότεροί τους κατ’ εκλογή.
Περαιτέρω, το ζητούμενο από τον νομοθέτη δηλαδή, η δια της επίδικης ρύθμισης  σε κινητροδότηση παραμονής στελεχών στο Π.Σ «με πολυετή εμπειρία και αυξημένα προσόντα», όχι μόνο δεν διασφαλίζεται ελλείψει αξιολογικών κριτηρίων αλλά αντιθέτως υποβαθμίζονται τα ουσιαστικά προσόντα των Πυρονόμων, που συμπληρώνοντας -26- χρόνια υπηρεσίας, θα εισαχθούν στο Ειδικό Τμήμα της Σχολής Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης, εφόσον δύνανται να εισαχθούν ακόμη και οι κατ’ αρχαιότητα προαχθέντες στον βαθμό του Πυρονόμου, έστω και εάν δεν έχουν διανύσει χρόνο Υπηρεσίας στον βαθμό αυτό. Διότι από την διατύπωση του νόμου αυτού προκύπτει ότι επιτρέπεται ή εν πάση περιπτώσει δεν περιορίζεται η εισαγωγή στο Ειδικό Τμήμα της Σχολής Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης των στελεχών που ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση -26- ετών υπηρεσίας στο Π.Σ προάγονται στον βαθμό του Πυρονόμου. Επομένως τα στελέχη αυτά, ανεξαρτήτως όσων ήδη αναφέρθηκαν, καλούνται να ανταποκριθούν στα καθήκοντα του Ανθυποπυραγού χωρίς οιαδήποτε εμπειρία στην άσκηση των καθηκόντων του ενδιάμεσου βαθμού του Πυρονόμου.
Ενόψει του ότι τα καθήκοντα του Αξιωματικού Π.Σ και δη του Ανθυποπυραγού αντιστοιχούν και σε καθήκοντα Διοικήσεως Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, τίθεται ερώτημα ποια η εμπειρία Διοικήσεως Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Πυροσβέστη, ο οποίος ταυτόχρονα με την προαγωγή του στον βαθμό του Πυρονόμου του παρέχεται το δικαίωμα προαγωγής λόγω της συμπλήρωσης -26- ετών υπηρεσίας στον βαθμό του Ανθυποπυραγού (Αξιωματικού) χωρίς πιθανότατα να έχει ασκήσει καθήκοντα Διοικήσεως, οποτεδήποτε και χωρίς γενικότερα να έχει διανύσει έστω ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό του Πυρονόμου, αφού τέτοια προϋπόθεση δεν τίθεται στον Νόμο (άρθρο 114 παρ 4 του Ν.4662/2020). Επομένως, ο επιδιωκόμενος από τον νομοθέτη σκοπός της παραμονής στο Π.Σ, στελεχών με πολύτιμη εμπειρία, και με «αυξημένα προσόντα», ουδόλως ικανοποιείται, διότι η ικανότητα ανταπόκρισης στα καθήκοντα του Ανθυποπυραγού, προϋποθέτει όχι εμπειρία στην άσκηση των καθηκόντων του Πυροσβέστη και Υπαξιωματικού γενικώς, αλλά πρωτίστως εμπειρία στην άσκηση διοικητικών καθηκόντων και στην καθοδήγηση υφισταμένων, την οποία κατά τεκμήριο εγγυάται η άσκηση καθηκόντων του ενδιάμεσου βαθμού του Πυρονόμου. Τούτο διότι, επί συνυπηρετούντων Υπαξιωματικών και Πυρονόμων σε υπηρεσία επιπέδου π.χ. κλιμακίου, καθήκοντα Διοικήσεως ανατίθενται στους Πυρονόμους. 
Γενικότερα ωστόσο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (παραμονή στην υπηρεσία στελεχών με πολύτιμη εμπειρία και αυξημένα προσόντα) δεν τίθενται από τον νομοθέτη κριτήρια συναφή με τον επιδιωκόμενο αυτό σκοπό, ως θα συνέβαινε για παράδειγμα εάν ετίθετο πέραν του κριτηρίου των -26- ετών συνολικής υπηρεσίας στο Σώμα ως κριτήριο προαγωγής η προϋπόθεση της κατ’ εκλογήν προαγωγής των στελεχών αυτών, στον βαθμό του Πυρονόμου από το Συμβούλιο Κρίσεων. Η δε συγκεκριμένη ‘’μομφή’’ που αποδίδεται στην ρύθμιση δεν πλήττει την ανέλεγκτη ακυρωτικά ουσιαστική εκτίμηση του νομοθέτη, αλλά την «επάρκεια» και συναφώς την συνταγματικότητα του κριτηρίου του συνολικού χρόνου υπηρεσίας, ως αποκλειστικού κριτηρίου προαγωγής Πυρονόμου του Π.Σ σε Ανθυποπυραγό. Διότι όπως αναφέρθηκε, ασυνδέτως με το ρυθμιζόμενο αντικείμενο προτάσσεται η συνολική εμπειρία στο σώμα των στελεχών του Π.Σ, αφού μόνο τα ασκούμενα στον βαθμό του Πυρονόμου καθήκοντα έχουν ουσιαστική συνάφεια με τα αντίστοιχα του Ανθυποπυραγού, σε σχέση με τα καθήκοντα Πυροσβέστη, Υπαρχιπυροσβέστη και Αρχιπυροσβέστη, που ουδεμία έως ελάχιστη συνάφεια έχουν με τα καθήκοντα Ανθυποραγού γενικών καθηκόντων.
   Εξάλλου το γεγονός ότι ο νομοθέτης των διατάξεων της παρ 4 του άρθρου 114 του Ν.4662/2020 παρέχει παράλληλα τη δυνατότητα εισαγωγής στο Ειδικό Τμήμα της Σχολής Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης και κατ’ επέκταση προαγωγής στον βαθμό του Ανθυποπυραγού σε Πυρονόμους αποφοίτους της Σχολής Αρχιπυροσβεστών  που συμπλήρωσαν -8- έτη παραμονής στον βαθμό τους, δεν επαρκεί ως κανονιστικό θεμέλιο, για να άρει, υπό την εγγυητική λειτουργία των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της αξιοκρατίας, την εκδήλως άνιση μεταχείριση που υφίστανται αδικαιολόγητα, οι αρχαιότεροι και (ενδεχομένως) κατ’ εκλογή προαχθέντες στον βαθμό αυτό Πυρονόμοι που δεν συμπλήρωσαν -26-  χρόνια συνολικής υπηρεσίας, έναντι των νεότερων στον βαθμό αυτό συναδέλφων τους που ενδεχομένως προήχθησαν στον βαθμό του Πυρονόμου κατ’ αρχαιότητα, αλλά, επειδή συμπλήρωσαν -26- χρόνια υπηρεσίας στο Π.Σ, ευνοούνται αδικαιολόγητα σε βάρος των πρώτων (αχαιότερων Πυρονόμων).
Επομένως κατά την άποψή μας, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, οι ρυθμίσεις της παρ 4 του άρθρου 114 του Ν.4662/2020, αντίκεινται στις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας, κατά το μέρος που επιτρέπουν την εισαγωγή στο Ειδικό Τμήμα της Σχολής Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης με σκοπό την ονομασία τους ως Ανθυποπυραγών, νεότερων στον βαθμό του Πυρονόμου στελεχών, παραλείποντας την ταυτόχρονη εισαγωγή των αρχαιότερων συναδέλφων τους.
Ως προς το δεύτερο ερώτημα:
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που ετέθησαν υπόψιν μας, με την υπ’ αριθμ. 20191/φ.202.3 από 08 Απριλίου 2020 πρόσκληση – διαταγή του Αρχηγού Π.Σ, καλούνται όσοι Πυρονόμοι πληρούν τους όρους και τις προϋποθέσεις της παρ 20β του άρθρου 39 του Ν.4662/2020 να υποβάλουν σχετική αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος προς τη Διοίκησή τους.
Η παραπάνω πρόσκληση αποτελεί ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη γενικού περιεχομένου και αποτελεί τη μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη διοικητική πράξη με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακυρώσεως στο αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο, από τους θιγόμενους, κατά το μέρος που παραλείπει από την πρόσκληση για υποβολή αίτησης εισαγωγής στο Ειδικό Τμήμα, τους αρχαιότερους στον βαθμό του Πυρονόμου, οι οποίοι δεν συμπλήρωσαν -26- χρόνια συνολικής υπηρεσίας στο Π.Σ. Ζητείται δηλαδή, η ακύρωση της πράξης αυτής, κατά το μέρος που, σε εφαρμογή της επεκτατικής αρχής της ισότητας, ταυτόχρονα με την εισαγωγή στο Ειδικό Τμήμα της Σχολής Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης των Πυρονόμων  που συμπλήρωσαν -26- χρόνια υπηρεσίας, δεν προσκαλεί για υποβολή αίτησης εισαγωγής στο Τμήμα αυτό  τους αρχαιότερους αυτών Πυρονόμους.
Τούτο διότι, εάν η πράξη αυτή διαφύγει τον ακυρωτικό έλεγχο, δεν προσβληθεί δηλαδή εμπρόθεσμα, εντός -60- ημερών, επί προσβολής μεταγενέστερων διοικητικών πράξεων που θα εκδοθούν με αποκλειστικό έρεισμα αυτήν (πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος), όπως για παράδειγμα ο πίνακας εισακτέων Πυρονόμων ή η πρόσκληση για φοίτηση στο Ειδικό Τμήμα, το κύρος της και η νομιμότητά της δεν δύναται ν’ αμφισβητηθεί, λόγω του τεκμηρίου νομιμότητας των εκτελεστών διοικητικών πράξεων με το οποίο εξοπλίζονται οι πράξεις της Διοίκησης που είτε εκφεύγουν του δικαστικού ακυρωτικού ελέγχου είτε προσβάλλονται ανεπιτυχώς.
Επομένως σε μεταγενέστερο στάδιο, δεν δύνανται να προσβληθούν παραδεκτά λόγοι αντισυνταγματικότητας των επίδικων ρυθμίσεων (άρθρο 114 παρ 4 Ν.4662/2020), εάν δεν προσβληθεί εμπρόθεσμα η ήδη εκδοθείσα διαταγή – πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, του Αρχηγού του Π.Σ.
Μυτιλήνη
04-05-2020
Με εκτίμηση
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Δ. ΛΑΓΟΣ
ΑΜ 261/ΔΣΜ - ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
Γ. ΒΟΣΤΑΝΗ 32 – ΜΥΤΙΛΗΝΗ 81132
ΑΦΜ: 059530411, Δ Ο Υ: ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
E-MAIL: giwrgoslagos@hotmail.com

ΤΗΛ. 2251040478 - FAX 2251040479

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου