Σάββατο 16 Μαΐου 2020



Δικηγορικό Γραφείο
Γεωργίου Λάγου
Γ. Βοστάνη 32 Μυτιλήνη Τ. Κ. 811 32
Τηλ. :  2251040478  Fax  :  2251040479
Κιν. Τηλ. 6948001929


Αθήνα, 14-02-2020
ΣΤΟΝ
ΔΙΟΙΚΗΤΗ Α.Τ ΚΑΛΥΜΝΟΥ της Δ.Α Β.ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ
ΑΣΤΥΝΟΜΟ Β΄ Κ.Κ. ΕΥΑΓΓΕΛΟ ΚΑΡΑΘΑΝΟ
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΓΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
Δ/ΝΣΗ: Γ. ΒΟΣΤΑΝΗ ΑΡ 32 ΜΥΤΙΛΗΝΗ
ΥΠ/ΜΑ: ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ ΑΡ 43 ΑΘΗΝΑ
ΘΕΜΑ: ΧΡΟΝΙΚΟ ΟΡΙΟ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΩΝ
ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΣΤΟ Τ.  Τ.Π.Δ.Υ. (Α΄ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΦΑΠΑΞ ΠΑΡΟΧΩΝ/ΕΝΙΑΙΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ & ΕΦΑΠΑΞ ΠΑΡΟΧΩΝ)

Αξιότιμε Αστυνόμε,
  Αναφορικά με το θέμα για το οποίο ζητήσατε τη γνώμη μας, ως προς το χρονικό όριο διεκδίκησης αχρεωστήτως παρακρατηθέντων ασφαλιστικών εισφορών από το πρώην Τ.Π.Δ.Υ. (και ήδη  Α΄ Διεύθυνση Εφάπαξ Παροχών/ Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.), ασφαλισμένων αστυνομικών στο Τ.Α.Α.Σ., που προσλήφθηκαν στο Σώμα μετά την 01-01-1993, λόγω εσφαλμένης υπαγωγής τους στην ασφάλιση του Κλάδου Πρόνοιας του ταμείου αυτού, σας εκθέτουμε τα, κατά την άποψή μας, ισχύοντα:
Στην παρ. 14, του άρθ. 27, του Ν 2676/1999: «Οι ασφαλισμένοι του Τ.Α.ΑΣ., οι οποίοι προσλήφθηκαν στην Ελληνική Αστυνομία μετά την 1.1.1993 και εφεξής μπορούν να ασφαλισθούν προαιρετικά και στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, εφαρμοζομένων των διατάξεων που διέπουν το Ταμείο αυτό.

Η σχετική αίτηση, η οποία δεν ανακαλείται, υποβάλλεται στο Ταμείο αυτό και στην υπηρεσία της ΕΛ.ΑΣ. από τους ήδη υπηρετούντες εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος και από τους εφεξής προσλαμβανόμενους εντός της αυτής ανατρεπτικής προθεσμίας από την ημερομηνία πρόσληψης τους στην ΕΛ.ΑΣ..».
Κατά την θέσπιση των επίδικων διατάξεων και την πρώτη εφαρμογή τους, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας δια της αρμόδιας Διεύθυνσης Οικονομικών του Κλάδο Διοικητικής Υποστήριξης της ΕΛ.ΑΣ., εξέδωσε αρχικά την υπ’ αριθμ. πρωτ. 8000/7/113-γ΄ από 07-04-1999 διαταγή με την οποία παρείχε οδηγίες και διευκρινήσεις στους ασφαλισμένους στο ταμείο Αρωγής Αστυνομικών (Τ.Α.Α.Σ) ως προς τους δικαιούχους και τους όρους ασφάλισης στο Τ.Π.Δ.Υ. Στην παρ. 2 της εν θέματι διαταγής επικαλούμενος τις προρηθείσες διατάξεις της παρ. 14 του άρθρου 27 του Ν 2676/1999 όρισε ότι οι ασφαλισμένοι του Τ.Α.Α.Σ., οι οποίοι κατατάχθηκαν στην ΕΛ.ΑΣ. μετά την 01-01-1993 και εφεξής, μπορούν να σφαλισθούν προαιρετικά και στο Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων, εφαρμοζομένων των διατάξεων που διέπουν το ταμείο αυτό, ότι η σχετική αίτηση δεν ανακαλείται και υποβάλλεται από τους ήδη υπηρετούντες εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την δημοσίευση του νόμου (ΦΕΚ 1 Α΄ / 05-01-1999). Επίσης ότι οι ασφαλισμένοι αυτοί μπορούν να αναγνωρίσουν στο Τ.Π.Δ.Υ. και το χρόνο προϋπηρεσίας τους στην ΕΛ.ΑΣ. εντός της 6μηνης προθεσμίας, της αναγνώρισης και της εξαγοράς του χρόνου αυτού, γενόμενης σύμφωνα με τις σχετικές καταστατικές διατάξεις του Ταμείου για την αναγνώριση προϋπηρεσιών. Και ενώ μέχρι του σημείου αυτού, η διαταγή ήταν σαφής, στην Τρίτη παράγραφό της συνοψίζοντας όλα τα προηγούμενα όρισε τα εξής: «3. Κατόπιν των ανωτέρω, όλοι οι καταταγέντες στην Ελληνική Αστυνομία από 01-01-1993 μέχρι σήμερα, οι οποίοι είχαν ασφαλισθεί στα Ταμεία της πρώην Χωροφυλακής, θα ασφαλισθούν και στο Ταμείο Πρόνοιας Δημοσίων Υπαλλήλων (Τ.Π.Δ.Υ.) το οποίο χορηγεί εφάπαξ βοήθημα». Όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό, η τελευταία αυτή παράγραφος της επίμαχης διαταγής δημιούργησε ασάφεια και σύγχυση στους ασφαλισμένους αστυνομικούς του Τ.Α. Α.Σ., για τους όρους υπαγωγής στην ασφάλιση των ταμείων και ειδικότερα ως προς τον υποχρεωτικό ή μη χαρακτήρα της.
Λόγω της αμφισημίας της αυτής και της σύγχυσης που δημιουργήθηκε στο αστυνομικό προσωπικό, ο Αναπληρωτής Αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. δια της Δ/νσης Οικονομικών εξέδωσε νέα, την υπ’ αριθμ. 8000/7/113-Δ΄ ΑΠΌ 13-05-1999 διαταγή, για την άρση της σύγχυσης που δημιουργήθηκε κατά τα ανωτέρω.
Η νεότερη αυτή διαταγή που διακινήθηκε με σήμα σε όλες τις αστυνομικές υπηρεσίες, επί λέξει έχει ως εξής:
«ΘΕΜΑ: ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ (ΤΠΔΥ)
ΣΧΕΤ.: 8000/7/113-Γ ΑΠΟ 7/4/1999 ΔΙΑΤΑΓΗ ΜΑΣ, ΜΗ ΠΡΟΣ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ.
ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ ΣΑΣ ΓΝΩΡΙΣΖΟΥΜΕ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:
1) ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΕΡΙΗΛΘΑΝ ΕΝΤΟΝΑ ΠΑΡΑΠΟΝΑ ΓΙΑ ΕΛΛΕΙΠΗ Η ΚΑΘΟΛΟΥ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΜΟΔΙΟΥΣ ΤΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ Η ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ (ΤΠΔΥ) ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΑΥΤΟ Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΑΝΑΤΙΘΕΤΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΥΣ ΔΙΟΙΚΟΥΝΤΕΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ, ΕΝΥΠΟΓΡΑΦΗ ΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΙΚΩΝ.
2) ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΠΟΥ ΚΑΤΕΤΑΓΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ 1/1/1993 Η ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΤΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ (ΤΠΔΥ) ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΑΠΟ ΟΛΟΥΣ, ΕΝΩ Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΠΡΟΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΑ ΑΠΟ ΟΣΟΥΣ ΕΠΙΘΥΜΟΥΝ.
3) ΟΙ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΑΠΟ 6/1/99 ΘΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ ΑΠΟ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑ ΙΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑ, ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΔΟΣΕΙΣ.
4) ΟΙ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΘΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΑΤΟΜΙΚΗΣ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ Τ.Π.Δ.Υ., ΚΑΙ ΘΑ ΚΑΤΑΒΛΗΘΟΥΝ ΣΕ ΜΗΝΙΑΙΕΣ ΔΟΣΕΙΣ (ΤΟΣΕΣ ΔΟΣΕΙΣ, ΟΣΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΘΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ), ΣΕ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟ, ΜΕ ΜΕΡΙΜΝΑ ΤΗΣ Δ/ΝΣΗΣ ΣΙΑΧ/ΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΟΥ.-
Ο ΑΝΑΠΛ. ΑΡΧΗΓΟΥ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΝΤΙΣΤΡΑΤΗΓΟΣ»
Από την επισκόπηση της διαταγής αυτής, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται στον μέσης αντιληπτικής ικανότητας αστυνομικό υπάλληλο, τον ασφαλισμένο στο Ταμείο Αρωγής Αστυνομικών, ότι, εφόσον έχει καταταγεί στην Ελληνική Αστυνομία μετά την 01-01-1993 ασφαλίζεται υποχρεωτικά στο Τ.Π.Δ.Υ. Τούτο προκύπτει αβίαστα από την δεύτερη παράγραφο της διαταγής, όπου ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της υπαγωγής στην ασφάλιση του Ταμείου αντιδιαστέλλεται με τον προαιρετικό της αναγνώρισης της προϋπηρεσίας τους στην ελληνική Αστυνομία. Μάλιστα η ιδιαίτερη σημασία που αποδίδεται στην διαταγή, αποδεικνύεται εκ του ότι η εκτέλεσή της ανατίθεται στους διοικούντες τις υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ. Αξιωματικούς, κυρίως ως προς το σκέλος της ενημέρωσης των ενδιαφερομένων, οι οποίοι θα πρέπει, με μέριμνα των Διοικητών, να λάβουν γνώση ενυπογράφως.
Στο πλαίσιο αυτό, αρκετοί συνάδελφοι σας συμμορφούμενοι με την διαταγή αυτή και εκλαμβάνοντας την ασφάλισή του στο Τ.Π.Δ.Υ. ως υποχρεωτική, ασφαλίστηκαν στο Ταμείο (τ. Τ.Π.Δ.Υ.), από 06-01-1999, υποβάλλοντας αντίστοιχες αιτήσεις υπαγωγής, πλανηθέντες και παρά την αντίθετη βούλησή τους, καθόσον σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν, θεωρούσαν ότι η ασφάλισή τους είναι υποχρεωτική και ότι, κατά συνεκδοχή, εκτελούν διαταγή του Αρχηγού του Σώματος.
Ενδεικτικό της σύγχυσης που όχι μόνο δεν διαλύθηκε, αλλά αντιθέτως επιτάθηκε από την τελευταία αυτή διαταγή, αποτελεί το γεγονός, ότι, όχι μόνο αστυνομικοί υπάλληλοι ενταγμένοι στα Ταμεία της πρώην Χωροφυλακής αιτήθηκαν την ασφάλισή τους στο Τ.Π.Δ.Υ. υπολαμβάνοντάς την ως υποχρεωτική στο πλαίσιο της ως άνω διαταγής, αλλά μεγάλος αριθμός Αστυνομικών που προσλήφθηκαν στην ΕΛ.ΑΣ., μετά την 01-01-1993 (ενδεχομένως να υπερβαίνει τις 7.000) και ασφαλίσθηκαν στο Τ.Α.Α.Σ., υπήχθησαν αυτοδικαίως στην ασφάλιση του Ταμείου χωρίς προηγούμενη αίτησή τους.
Τους πρώτους μήνες του 2017, ενδιαφερόμενοι αστυνομικοί της τελευταίας αυτής κατηγορίας, εκ των υπαχθέντων αυτοδίκαια στην υποχρεωτική  ασφάλιση του Ταμείου, χωρίς προηγούμενη αίτησή  τους, υπέβαλαν αιτήματα διαγραφής τους από τον κλάδο Πρόνοιας του τ. Τ.Π.Δ.Υ. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ταμείου ο αριθμός των αιτημάτων αυτών, ανήλθε στις 4.000 περίπου. Από τη σχετική ενασχόληση του γραφείου μας, ο αριθμός αυτός είναι σαφώς μεγαλύτερος, ενδεχομένως να υπερβαίνει τις 5.500.
Στο πλαίσιο αυτό το Δ.Σ του Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π με την υπ’ αριθμ. 236/29-03-2017 απόφασή του προώθησε στο Υπουργείο Εργασίας νομοθετική ρύθμιση που αφορούσε αιτήματα αστυνομικών, οι οποίοι δεν είχαν υποβάλει αίτηση υπαγωγής και παρά ταύτα υπήχθησαν αυτοδίκαια στην ασφάλιση του ταμείου, για διαγραφή τους και επιστροφή των ασφαλιστικών τους εισφορών. Η νομοθετική αυτή πρόταση, η οποία στο σύνολό της ήταν αντίθετη σε θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος που διέπουν την κοινωνική ασφάλιση (άρθρα 22 παρ 5, 25 παρ 1) και συναφείς γενικές αρχές συνταγματικής περιωπής (αρχές ασφάλειας δικαίου και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης) είχε ως εξής: «Οι υπηρετούντες στην ΕΛ.ΑΣ. στους οποίους δόθηκε εκ του Νόμου το δικαίωμα προαιρετικής υπαγωγής στην ασφάλιση του Τ.Π.Δ.Υ και υπήχθησαν στην ασφάλισή του χωρίς να έχουν υποβάλει σχετική αίτηση υπαγωγής, θεωρούνται υπαγόμενοι στην ασφάλιση του Τ.Π.Δ.Υ από την έναρξη καταβολής εισφορών στο Ταμείο υποχρεωτικά και ανέκκλητα, εφόσον επί δύο τουλάχιστον μήνες από την υπαγωγή τους στην ασφάλιση καταβάλλουν κρατήσεις υπέρ του Τ.Π.Δ.Υ. Οι ανώτεροι δεν δικαιούνται να ζητήσουν την παύση της ασφάλισής τους για τον λόγο ότι δεν είχαν υποβάλει σχετική έγγραφη αίτηση υπαγωγής».
Η συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση καταλύει τον πυρήνα της προαιρετικής ασφάλισης και τη μετατρέπει σε υποχρεωτική, προσδίδοντας σ’ αυτήν μάλιστα, ανεπιτρέπτως, αναδρομική ισχύ από τον χρόνο αρχικής υπαγωγής. Κατά την άποψή μας, το ταμείο προχώρησε ενεπιγνώτως της αντισυνταγματικότητάς της στην νομοθετική αυτή πρωτοβουλία προκειμένου να «θεραπεύσει» αζημίως για το ίδιο, πράξεις και παραλείψεις του, με τις οποίες ζημιώθηκαν επί σειρά ετών τα οικονομικά συμφέροντα της ιδιαίτερης αυτής κατηγορίας των ασφαλισμένων Αστυνομικών.
Το Υπουργείο Εργασίας, αντιλαμβανόμενο την έκδηλη αντισυνταγματικότητα της πρότασης αυτής, την απέρριψε εγγράφως στο πλαίσιο της άποψης που εκθέσαμε, ως προς την  αντισυνταγματικότητά της, και η οποία έχει διατυπωθεί από το σύνολο των επιφανών θεωρητικών του Συνταγματικού δικαίου και του δικαίου της κοινωνικής ασφάλισης (Κρεμαλής, Στεργίου, Παπαρρηγοπούλου, Γαλάνη, κ.α). Συναφώς, συντρεχόντων των σχετικών προϋποθέσεων,  τα αιτήματα διακοπής της προαιρετικής ασφάλισης έγιναν αποδεκτά και επεστράφησαν εισφορές ως αχρεωστήτως παρακρατηθείσες στη βάση γραμματικής ερμηνείας των διατάξεων για την παραγραφή των αξιώσεων, κατά των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Στο πλαίσιο αυτό το Ταμείο απέδωσε στους ασφαλισμένους ασφαλιστικές εισφορές που αντιστοιχούσαν στις εισφορές της τελευταίας πενταετίας πριν από την ημερομηνία  υποβολής των σχετικών αιτήσεων. Μετά την αναλυτική, πλην αναγκαία αυτή για την ορθή προσέγγιση του ζητήματος ιστορική αναδρομή, εισερχόμενοι στον πυρήνα του ερωτήματός σας, για τη δυνατότητα διεκδίκησης αχρεωστήτως καταβληθεισών εισφορών, πέραν της  κατά τα ανωτέρω πενταετίας, εκτός από τις διατάξεις για την παραγραφή, επιβάλλεται η αναφορά σε κρίσιμες γενικές αρχές του δικαίου της Κοινωνικής Ασφάλισης, υπό το φως των οποίων, πρέπει κατά την άποψή μας, να ερμηνευτούν οι περί την παραγραφή των αξιώσεών σας κρίσιμες νομικές διατάξεις.
Η παραγραφή συνιστά θεσμό του δικαίου, δυνάμει του οποίου ορισμένη αξίωση εξασθενεί, επειδή παρήλθε ορισμένο χρονικό διάστημα χωρίς να την ασκήσει ο δικαιούχος (Π. Λαδά Γενικές Αρχές, τ. I Εκδόσεις  Σάκκουλα  2007 παρ 29).  Στις σχέσεις με το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ η παραγραφή καταλαμβάνει το σύνολο σχεδόν των αξιώσεων που παρουσιάζουν (και) χρηματικό αντικείμενο, χωρίς να περιορίζεται όμως μόνο σε αυτές.     
Με τον Ν 3655/2008 θεσπίστηκαν γενικές διατάξεις για την παραγραφή των αξιώσεων υπέρ και κατά των ΦΚΑ. Συγκεκριμένα στην παρ. β του άρθρου 137 του Ν 3655/2008, η οποία εφαρμόζεται για αξιώσεις που γεννήθηκαν μετά την έναρξη ισχύος του Ν 3655/2008, δηλαδή από 03-04-2008 και έπειτα ορίστηκε ότι: «Β. Παραγραφή απαιτήσεων κατά των ΦΚΑ. 1. Η παραγραφή αξιώσεων κατά των ΦΚΑ αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικά. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά των ΦΚΑ είναι πέντε (5) έτη, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το παρόν άρθρο. Ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων κατά του Φορέα αχρεωστήτως εισπραχθεισών ασφαλιστικών εισφορών είναι πέντε (5) έτη...» 
Ως προς τις αξιώσεις που γεννήθηκαν πριν την έναρξη ισχύος του Ν 3655/2008 (03-04-2008) κατά των Φ.Κ.Α., ίσχυαν οι διατάξεις τις παρ. 2 του άρθρου 48 του ΝΔ 496/1974, που όριζαν τριετής κατ’ αρχήν προθεσμία για την παραγραφή αξιώσεων που καταβλήθηκαν παράνομα ή αχρεώστητα. Συναφώς ελλείψει ειδικότερης ρύθμισης αυτή αφορά και τις αχρεωστήτως εισπραχθείσες ασφαλιστικές εισφορές. Περαιτέρω, όσον αφορά το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ), στην παρ. 7 του άρθρου 45 Α του Ν 4052/2012 (Α΄ 41), όπως προστέθηκε με το άρθρο 82 του Ν 4387/2016 ορίστηκε ότι: «Στο Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π. ισχύει και εφαρμόζεται ο κανονισμός Οικονομικής Οργάνωσης και Λογιστικής Λειτουργίας του Ε.Τ.Ε.Α., οι διατάξεις περί Λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ.». Σημειώνεται ότι στο άρθρο 51 του Κανονισμού αυτού (Οικονομικής Οργάνωσης και Λογιστικής Λειτουργίας ΕΤΕΑ), είχαν ενσωματωθεί οι διατάξεις περί παραγραφής του Ν3655/2008, που πρότυπό τους έχουν τις σχετικές διατάξεις του ΝΔ 496/1974. Συνεπώς και οι αξιώσεις ασφαλισμένου σε βάρος του ΕΤΕΑΕΠ που αφορούν αχρεωστήτως εισπραχθείσες ασφαλιστικές παροχές υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή.
Περαιτέρω όπως ήδη αναφέρθηκε η παραγραφή των αξιώσεων κατά των Φ.Κ.Α. και κατά συνεκδοχή και του ΕΤΕΑΕΠ αρχίζει το τέλος του οικονομικού έτους , μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και μπορεί να επιδιωχθεί δικαστικά. Στο σημείο αυτό γεννώνται ευρύτερα και σύνθετα ερμηνευτικά ζητήματα για τις αξιώσεις που απορρέουν από αδικοπραξία οργάνων του Δημοσίου ή του ΕΤΕΑΕΠ. Σύμφωνα με την θεωρία της ενότητας της ζημίας (Α. Κορνηλάκη, σε Α. Γεωργιάδη / Μ. Σταθόπουλο, Αστικός Κώδικας, τ. ΙΒ, 2η έκδ. 2016, άρθρο  251 αρ. περ. 8), η οποία ακολουθείται και από την νομολογία, οι διάφορες επιπτώσεις που προκύπτουν από την αδικοπραξία, συγκροτούν, ασχέτως του χρόνου εκδήλωσής τους, μια ενότητα. Συνεπώς, μια είναι και η αποζημιωτική αξίωση ακόμα και για τα μελλοντικά ζημιογόνα αποτελέσματα μιας αδικοπραξίας και υπόκεινται σε ενιαία παραγραφή. Τούτο, βέβαια τελεί υπό την προϋπόθεση ότι αυτά ήταν προβλέψιμα εξ αρχής. Αντίθετα, αν δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν, τότε για τη σχετική αξίωση εκκινεί νέα, αυτοτελής παραγραφή από το τέλος του έτους που εμφανίστηκαν τα αποτελέσματα αυτά.
Επιπλέον, σε περίπτωση που ορισμένη αδικοπραξία γεννά εξακολουθητικά επιζήμιες συνέπειες, η σχετική αποζημιωτική αξίωση δεν (ανα-)γεννάται αντιστοίχως εξακολουθητικά, αλλά έχει γεννηθεί τη στιγμή που εκδηλώθηκαν οι πρώτες επιζήμιες συνέπειες και, συνεπώς, η έναρξη της παραγραφής προσδιορίζεται στο τέλος του ιδίου έτους. Για την κατανόηση παρατίθεται σχετικό παράδειγμα: Εάν η επιδείνωση βλάβης στο σώμα ή την υγεία ορισμένου προσώπου μπορούσε να προβλεφθεί εξ’ αρχής, τότε δεν γεννάται νέα αποζημιωτική αξίωση ούτε νέα παραγραφή. Αντιθέτως, νόσημα το οποίο συνδέεται μεν αιτιωδώς με την παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνων του Δημοσίου, αλλά δεν ήταν δυνατόν να διαγνωσθεί ή να προβλεφθεί τη στιγμή που έλαβε χώρα η αδικοπραξία, γεννά νέα αξίωση, η οποία υπόκειται σε αυτοτελή παραγραφή.
Όταν όμως δεν πρόκειται για μια και την αυτή αδικοπραξία, αλλά μια συνεχιζόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά, κάθε (αυτοτελής) επανάληψη της οποίας προκαλεί και νέα ζημία, γεννάται αυτοτελής αποζημιωτική αξίωση για κάθε εμφάνιση επιζήμιων επιπτώσεων, επομένως και νέα παραγραφή (ΑΠ 347/2010).
        Εξάλλου, όταν η εξακολουθητική πρόκληση ζημιών δεν συνδέεται με μια αποπερατωθείσα, άπαξ τελεσθείσα αδικοπραξία, αλλά με διαρκή παράνομη ενέργεια ή παράλειψη, τότε τίθεται το ζήτημα αν η παραγραφή δεν αρχίζει καν, ενόσω δεν αίρεται η ζημιογόνος αυτή κατάσταση ή γεννάται νέα, αυτοτελής παραγραφή από το τέλος κάθε επιμέρους έτους και για όσο η κατάσταση αυτή διατηρείται. Στη θεωρία κρατούσα είναι η πρώτη άποψη, ιδίως με το επιχείρημα ότι η έναρξη του χρόνου παραγραφής προϋποθέτει την αποπεράτωση της αδικοπραξίας, αφού διαφορετικά ο παθών δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει την πλήρη έκταση της ζημίας. Η νομολογία φαίνεται να ακολουθεί την δεύτερη άποψη με επιχείρημα ότι μια διαρκής πράξη δεν είναι κάτι διαφορετικό από μια διαρκώς επαναλαμβανόμενη πράξη ή πάντως συγκροτείται από περισσότερες όμοιες επιμέρους πράξεις.
Περαιτέρω, τίθεται το ερώτημα αν τα ανωτέρω πρέπει να εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το Δημόσιο, αφού προκαλέσει ορισμένη ζημία με κάποια θετική ενέργεια (θέσπιση νόμου, διοικητική πράξη, υλική ενέργεια, ακόμα και μη δικαστική απόφαση μετά τη ΣτΕ 1501/2014 Ολομ.) ή παράλειψη στη συνέχεια παραλείπει (επί μακρό, μεγαλύτερο του έτους χρονικό διάστημα) να άρει την παράνομη ζημιογόνο κατάσταση, αν δηλαδή πρέπει να εκκινεί, νέα, πενταετής, παραγραφή, από το τέλος κάθε έτους κατά το οποίο εξακολουθεί να διατηρείται η προαναφερόμενη κατάσταση και να αναδίδει τις συνέπειές της. Με την ΑΠ 1367/2012 κρίθηκε συναφώς επί συνεχιζόμενης αδικοπραξίας στην περίπτωση της οποίας η παραγραφή της σχετικής αποζημιωτικής αξίωσης «δεν άρχιζε από το χρόνο που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του ζημιώσαντος με την οποία  δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθούσε να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να του προκαλεί ζημία».
Συναφώς εγείρεται το ακόλουθο ερώτημα: Όταν προκαλείται ζημία από ορισμένη πράξη (διοικητική πράξη ή υλική ενέργεια) ή παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου και ακολούθως, μετά την αποπεράτωση της αρχικής πράξης, η παρανομία δεν αίρεται, με αποτέλεσμα να συνεχίσουν να παράγονται επιζήμιες συνέπειες, μπορεί η επακόλουθη παράλειψη αποκατάστασης της νομιμότητας να θεωρηθεί ως προς την πρόκληση της ζημίας και επομένως ως προς τη γέννηση της αξίωσης και την έναρξη του χρόνου παραγραφής ισοδύναμη με την αρχική αδικοπρακτική συμπεριφορά του Δημοσίου; Με άλλα λόγια, μπορεί η παραγωγική της παράνομης ζημιογόνου κατάστασης πράξη ή παράλειψη να εξομοιωθεί ως προς τα ανωτέρω ζητήματα με την παράταση και διατήρηση της παρανομίας;
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΔΕΕ) για το επίμαχο ζήτημα που αφορά τον χρόνο έναρξης της παραγραφής αξιώσεων κατά κράτους μέλους της ΕΕ έκρινε με βάση την αρχή της αποτελεσματικότητας ως εξής: «Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποκλείει την δυνατότητα των Εθνικών αρχών να προτείνουν ένσταση παραγραφής εύλογης διαρκείας μόνο στην περίπτωση στην οποία η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου βοηθήματος, οφείλεται στις ενέργειες των εν λόγω αρχών, με συνέπεια να αποστερηθεί ο διάδικος της κύριας δίκης από τη δυνατότητά του να επικαλεστεί ενώπιον των Εθνικών αρχών τα δικαιώματά του και να προασπίσει τα έννομα συμφέροντά του».  
Αντίθετα, με την ΣτΕ 2829/2005 κρίθηκε ότι από τη διάταξη του άρθρου 93 του ΝΔ 321/1969 συνάγεται ότι «ως αφετηρία της παραγραφής όλων των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου ορίζεται το αντικειμενικό γεγονός του τέλους του οικονομικού έτους και όχι η γνώση από τον ζημιωθέντα της ζημίας και του υπόχρεου σε αποζημίωση, όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 937 του Α.Κ.».
Ανεξαρτήτως της αντίθεσης της νομολογίας αυτής, όχι μόνο με την κατά τα ανωτέρω νομολογία του ΔΕΕ, αλλά και με πλειάδα συνταγματικών διατάξεων, όπως το άρθρο 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος που αντανακλούν στην αρχή του Κράτους Δικαίου καθόσον στερεί από τον ενδιαφερόμενο την δυνατότητα να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του, γνωρίζοντας σε όλη την έκτασή τους τα δεδομένα και τις αιτιολογίες της παράνομης πράξης, η διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ. εφαρμόζονται επί αξιώσεων ασφαλισμένων σε βάρος φορέων κοινωνικής Ασφάλισης. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη (937 Α.Κ.) «Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από τη πράξη …».
Όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, προϋπόθεση για την έναρξη της παραγραφής αποζημιωτικής αξίωσης λόγω αδικοπραξίας είναι, κατ’ αρχήν να συντρέχει το υποκειμενικό στοιχείο της γνώσης τόσο της ζημίας όσο και του υπόχρεου προς αποζημίωση. Ως προς τη γνώση της ζημίας δεν αρκούν η υπαίτια άγνοια ή απλές υπόνοιες ή εικασίες, αλλά απαιτείται θετική γνώση, η οποία θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο παθών γνωρίζει τόσα πραγματικά περιστατικά ώστε να είναι δυνατή η επιδίωξη της αξίωσής του.
Κρίθηκε συναφώς στην περίπτωση αξίωσης κατά Οργανισμού Κοινωνικής Ασφάλισης, ότι μόνη η είσπραξη μειωμένου εφάπαξ δεν θεωρείται πως ισοδυναμεί με την απαιτούμενη κατ’ αρθρο 937 του Α.Κ. πλήρη γνώση (ΔΕφΑθ 2766/2018), η οποία μάλιστα, σύμφωνα με τη νομολογία, αφορά και τη γνώση και των αιτιολογιών της παράνομης πράξης (ΣτΕ 2032/2017).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
Από το σύνολο όσων αναφέρθηκαν ως προς τον τρόπο και τους όρους αυτοδίκαιης υπαγωγής αστυνομικών που δεν εκδήλωσαν πρόθεση ασφάλισης στο τ. ΤΠΔΥ, συνάγονται τα ακόλουθα:
1) Η Διοίκηση, κατά το μέρος που υπήγαγε αυτοδίκαια, χωρίς προηγούμενη εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους ασφαλισμένους, στην ασφάλιση του τομέα πρόνοιας εφάπαξ παροχών του τ. ΤΠΔΥ αστυνομικούς υπαλλήλους και εξακολουθούσε επί μακρό χρόνο να εισπράττει από αυτούς αχρεώστητα ασφαλιστικές εισφορές, μέσω του μηχανισμού παρακράτησης αυτών (εισφορών) από την μηνιαία μισθοδοσία τους, εκδήλωσε παράνομη συνεχιζόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά, την οποία είχε μάλιστα υποχρέωση να άρει σύμφωνα με την διέπουσα το δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης αρχή της ενημέρωσης των ασφαλισμένων από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης, λόγω της πολυπλοκότητας της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας.
2) Ενόψει της εκδήλωσης τέτοιας συνεχιζόμενης επί μακρό χρόνο παράνομης συμπεριφοράς και της συναφούς παράλειψης άρσης αυτής, το χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής των αξιώσεων των ενδιαφερομένων για την επιστροφή των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλαν (παρακρατήθηκαν) αχρεώστητα δεν αρχίζει, παρά από τον χρόνο που οι ενδιαφερόμενοι έλαβαν πλήρη γνώση των δεδομένων της ασφάλισής τους (όχι υποχρεωτική ασφάλιση, αλλά προαιρετική) και των δικαιωμάτων τους (διαγραφή από τη ασφάλιση και επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων ασφαλιστικών εισφορών).   
Η άποψη ότι για την έναρξη της παραγραφής των αξιώσεων αυτών, δεν απαιτείται γνώση από τον ζημιωθέντα της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, δεν βρίσκει έρεισμα στο δίκαιο της κοινωνικής ασφάλισης. Τούτο διότι προσκρούει όχι μόνο στην αρχή του Κράτους δικαίου, αλλά και σε δέσμη γενικών αρχών που διέπουν την κοινωνική ασφάλιση:   
α) Αρχή της Χρηστής Διοίκησης, λόγω της δημιουργίας πεποίθησης στην κατηγορία αυτή των ασφαλισμένων με θετικές ενέργειες των οργάνων του ασφαλιστικού φορέα, ότι ήταν υποχρεωτική η ασφάλισή τους στο τ. ΤΠΔΥ και όφειλαν τις παρακρατηθείσες ασφαλιστικές εισφορές.
β) Αρχή εύνοιας του ασφαλισμένου, που γεννά υποχρέωση ερμηνείας των σχετικών για την παραγραφή διατάξεων, υπέρ των ασφαλισμένων και ενημέρωσης για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, ενόψει της συνθετότητας που παρουσιάζει η κοινωνικοασφαλιστική νομοθεσία (Χαρούλα Πόνη – Πρωτοδίκης Διοικ. Δικαστηρίων, Στοιχεία Δικαίου Κοινωνικής Ασφάλισης, Νομ. Βιβλιοθήκη, 2019, σελ. 44 επ.).
Συνεπώς η δυνατότητα διεκδίκησης του συνόλου των παρακρατηθέντων αχρεωστήτως ασφαλιστικών εισφορών από τους ενδιαφερόμενους αστυνομικούς, συνάπτεται με τον χρόνο, κατά τον οποίο ο φορέας που εκδήλωσε παράνομη συμπεριφορά διαπράξεων (αυτοδίκαιη υπαγωγή) και παραλείψεων (παράλειψη άρσης της παράνομης υπαγωγής) ενημέρωσε τους ενδιαφερομένους για την δυνατότητά τους, να ζητήσουν την διαγραφή τους από την ασφάλιση του Ταμείου και την επιστροφή των εισφορών. Υπό την έννοια αυτή το δικαίωμα αναζήτησης των επίμαχων εισφορών, στο σύνολο τους, παραγράφεται πέντε (5) χρόνια μετά την πλήρη γνώση των ενδιαφερομένων κατά τα ανωτέρω.
Με εκτίμηση
Ο Γνωμοδοτών Δικηγόρος
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Δ. ΛΑΓΟΣ
ΑΜ 261/ΔΣΜ - ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
Γ. ΒΟΣΤΑΝΗ 32 – ΜΥΤΙΛΗΝΗ 81132
ΑΦΜ: 059530411, Δ Ο Υ: ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
E-MAIL: giwrgoslagos@hotmail.com
ΤΗΛ. 2251040478 - FAX 2251040479

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου